FΕRE… NA PLAY


Διάβασα στο «THE PLAYER» τις συγκλονιστικές (!!!) αποκαλύψεις του κ. Αλέξη Κούγια για εποχή «ΝΕΑΣ ΠΑΡΑΓΚΑΣ» και μου ήρθε στο νου μια ενδιαφέρουσα ιστορία.
(καθώς φαίνεται το story παραμένει πάντα το ίδιο, τα ονόματα μόνο αλλάζουν!)
Χάρρυ Κλυνν

«Όταν ήμουνα μικρός έπαιζα μπάλα, όπως όλα τα παιδάκια της ηλικίας μου, στις αλάνες της Καλαμαριάς. Τί θα μπορούσες να παίξεις, άραγε, την εποχή εκείνη στην προσφυγική Καλαμαριά, τένις ή μπάντμιγκτον;

Κλοτσούσαμε το τόπι. Κι αν δεν υπήρχε τόπι, κλοτσούσαμε κανένα κονσερβοκούτι ή τίποτα πλαστικά μπουκάλια που ξέβραζε η μπουκαδούρα στο Καραμπουρνάκι.
Ωραία χρόνια! Αν είχαμε και μπάλα θα ήταν ωραιότερα...

Όλοι θέλαμε να παίζουμε επιθετικοί. Μόνο ο Βαγγελάκης ο χαζός (αυτό ήταν το παρατσούκλι του) δεν ήθελε να παίζει επιθετικός. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, ούτε άμυνα ήθελε να παίζει, ούτε τερματοφύλακας. Ο Βαγγελάκης ήθελε να κάνει τον διαιτητή!

Είχε και σφυρίχτρα με στραγάλι. Δυο τρεις φορές μάλιστα την κατάπιε από το ξύλο που είχε φάει γιατί είχε το χούι να σφυρίζει πέναλτι στο 90’.

Είχε κι άλλα χούγια ο Βαγγέλης. Έτσι και του ’δινες καμιά καρτούλα ( απ’ αυτές που μαζεύαμε παιδιά) της Ρίτα Χέιγορθ με το μπούτι έξω, σου ’φερνε το ματς εκεί που το ήθελες.

Πολλές φορές τον βγάζαμε καροτσάκι έξω από το γήπεδο, αλλά  επειδή μονίμως τσακωνόμαστε με την άλλη γειτονιά για το αν ήταν ή δεν ήταν φάουλ το κλάδεμα του αντιπάλου, φωνάζαμε τον Βαγγελάκη τον χαζό να βγάλει τα κάστανα από την φωτιά και να φάει το ξύλο της αρκούδας.

Ο πατέρας του τον έδερνε μετά από μας, αλλά ο Βαγγελάκης εκεί, απτόητος… Με την σφυρίχτρα στο στόμα κοιμότανε, με την σφυρίχτρα στο στόμα ξύπναγε.
Τελείωσε με το ζόρι την τρίτη Γυμνασίου. Και ξαφνικά, ύστερα από καιρό, έμαθε όλη η γειτονιά ότι την Κυριακή ο Βαγγέλης θα διαιτητεύσει σ’ ένα τοπικό ντέρμπι!

Πήγα να καμαρώσω τον Βαγγέλη με το μαύρο παντελονάκι.
Στο 90’  έδωσε, ο αθεόφοβος, πέναλτι υπέρ της φιλοξενούμενης ομάδας.
Στις 5:30 τέλειωσε το ματς, στις 9 το βράδυ έφυγε με ασθενοφόρο ο Βαγγέλης από το γήπεδο.
«Δεν έχει τίποτα το σοβαρό», καθησύχασε την μάνα του ο γιατρός, «σε μια δυο ώρες το πολύ θα συνέλθει».

Και συνήλθε ο Βαγγέλης… Κι εκεί που όλοι πιστεύαμε ότι θα παρατήσει την σφυρίχτρα και θα πιάσει καμιά βούρτσα να βάψει κάνα τοίχο να κάνει προκοπή, βλέπουμε τον Βαγγέλη με το μαύρο παντελονάκι να ξανασφυρίζει σε ματς Γ’ Εθνικής!

Επέστρεφε σπίτι με μαυρισμένα μάτια, σπασμένα χέρια, αλλά με ύφος αγέρωχο…
Μια μέρα τον είχε και φωτογραφία στην πρώτη σελίδα μεγάλη αθλητική εφημερίδα. 
Καμάρι ο πατέρας του! Βγήκε στο καφενείο με την εφημερίδα υψωμένη.
«Ο γιος μου σφυρίζει Α’ Εθνική.»

Και σφύριξε… και ξανασφύριξε… μέχρι και σε τελικό κυπέλλου έφτασε να σφυρίξει ο Βαγγελάκης ο χαζός!

Ο καιρός περνούσε και μέρα με την μέρα ψήλωνε η μύτη του Βαγγέλη και μαζί ψήλωνε η πενταόροφη πολυκατοικία που έχτιζε, ψήλωνε το βιβλιάριο καταθέσεών του, ψήλωνε και η κοινωνική του θέση.

Και σπιταρόνα έχτισε ο Βαγγέλης, και δικό του μαγαζί με αντιπροσωπείες ελαστικών άνοιξε. και λεφτά μας δάνειζε, και γνωριμίες έκανε, και την αλλήθωρη αδελφή του καλοπάντρεψε!

Στα μέσα και στα έξω ο Βαγγελάκης ο χαζός… Μια δυο φορές τον είδα και στην τηλεόραση που μίλαγε με φλογερό πάθος για την εξυγίανση στο χώρο της διαιτησίας και του ποδοσφαίρου και κατακεραύνωνε τον υπουργό αθλητισμού και τον παρεμβατισμό της πολιτείας.

Μετά χαθήκαμε. Περάσανε τα  χρόνια κι ο Βαγγέλης κρέμασε την σφυρίχτρα. Έγινε καθηγητής διαιτησίας, αρχιδιαιτητής, παράγων, πρόεδρος μεγάλου συνδέσμου και μέσα σ’ όλα.

Και εκεί που είχα να τον ακούσω χρόνια, τον άκουσα, ξαφνικά, στην κασέτα του Koύγια!
«Καλά ρε, για μπιπ… με έχεις; Πες του δικού σου ότι ο Βαγγέλης δεν κωλώνει. Να τ’ αφήσει τα καρμίρικα που ξέρει και να φέρει τον τενεκέ με το λάδι γιατί θα φάει μπιπ… χωρίς σάλιο. 
Ο Γιώργος δικό μου παιδί είναι, θα κάνει ότι του πω εγώ.

Ρε, είναι δικό μου παιδί σου λέω, χειρούργος, θα τους σφάξει με το μπαμπάκι.

Άσε τους επόπτες, αυτοί από ’μένα περιμένουνε. Έτσι και περάσει επιθετικός την μεσαία γραμμή να με μπιπ… Θα τους χώσουμε στην μικρή τους περιοχή.

Τι θέλει, δηλαδή, ο μπιπ… να πάει φουνταριστός στην Β’ Εθνική;

Τι παράγκα και μαλακίες ρε, εγώ είμαι η παράγκα... Θα τους μπιπ…   όλους τους  μπιπ…

Εσύ να κάνεις αυτό που σου λέω εγώ. Οι δικοί μας να κερδίζουν και όλοι οι άλλοι να πάνε να μπιπ…».

Τρελάθηκα... Έμεινα με το στόμα ανοιχτό! Ο Βαγγελάκης ο χαζός ήταν το πρωτάθλημα!
Ο Βαγγελάκης ανέβαζε και κατέβαζε ομάδες…
Ο Βαγγελάκης έστηνε και ξέστηνε παιχνίδια...
Ο Βαγγελάκης που περηφανευόταν ότι τους είχε όλους γραμμένους στα μπιπ… του.
Ο Βαγγελάκης ο χαζός!

Και εκεί μουντζώθηκα... Παρ’ τα, ηλίθιε, που κορόιδευες τον Βαγγελάκη όταν σου ’λεγε ότι στον χώρο του αθλητισμού κανείς δεν χάνεται.

Σε παραδέχομαι, ρε Βαγγέλη και αποκαλύπτομαι μπρος στην διορατικότητά σου. Δίκαιο είχες. Στο χώρο του αθλητισμού κανείς δεν χάνετε…

Αρκεί να τον αγαπάς με πάθος και να του δίνεις απλόχερα και χωρίς υστεροβουλία τον καλύτερό εαυτό σου.

Ημίχρονο…».