Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

«Πρόεδρε, η χώρα σου πεθαίνει»

«Εϊ, Πρόεδρε,/ ο λαός σου πεθαίνει,/ πεινάνε και ζουν σαν σκυλιά,/ και συ τους στέλνεις την αστυνομία. Πρόεδρέ μου,/ η χώρα σου πεθαίνει,/ οι άνθρωποι τρώνε σκουπίδια,/ κοίτα τι γίνεται,/ δυστυχία παντού,/ δεν έχει πού να κοιμηθείς/ σου μιλάω για όσους υποφέρουν,/ το χώμα κάτω από πόδια.
Πρόεδρε, μου είπες να μιλώ χωρίς φόβο./ Αλλά ξέρω πως στο τέλος θα εισπράξω απλώς καρπαζιές./ Βλέπω τόση αδικία και έτσι αποφάσισα να στείλω αυτό το μήνυμα/ όσο και να μου είπαν πως το μέλλον μου είναι ο θάνατος»
από το Rais Le Bled (Πρόεδρε, Η Χώρα σου) του Αμάντα Μπεν Αμορ
Η αποφυλάκισή του ήταν μέρος των περισσότερων δημοσιευμάτων παγκοσμίως για την εξέγερση κατά του Μπεν Αλι στην Τυνησία. Ο 21χρονος ερασιτέχνης ράπερ Αμάντα Μπεν Αμορ έγραφε ρίμες κατά του καθεστώτος, όπως χιλιάδες άλλοι. Μόνο που μια μέρα τα πήρε, τις ανέβασε μέσω facebook και έγιναν το σάουντρακ της εξέγερσης. Το σύνθημα «Πρόεδρε η Χώρα σου Πεθαίνει» έβγαλε χιλιάδες νέους στους δρόμους.
«Προσπαθούσαμε να αγνοήσουμε το καθεστώς. Ημασταν θυμωμένοι, αλλά δεν ξέραμε τι να κάνουμε και απλώς συνεχίζαμε. Εγώ συμβιβάστηκα, γιατί ήθελα να προχωρήσω στην μουσική σκηνή της Τυνησίας», εξηγεί ο Σκάντερ Μπέσμπες ή Skndr, ένα από τα γνωστά ονόματα της ελέκτρο και χορευτικής σκηνής εκεί, οργανωτής και των πάρτι όπου πιτσιρίκια, μουσικοί και καλλιτέχνες, που δεν ανέχονταν το καθεστώς, μιλούσαν μεταξύ τους ελεύθερα, κυρίως γιατί οι χαφιέδες δεν μπορούσαν να κρυφακούνε λόγω των ντεσιμπέλ. Ανάμεσά τους και ο «βασιλιάς» των Τυνήσιων διαδικτυακών ακτιβιστών και μπλόγκερ Σλιμ Αμάμου, ή «Slim 404», που έγινε υπουργός Νεολαίας και Αθλητισμού στην πρώτη μετά την επανάσταση κυβέρνηση.
Ο Αμάντα Μπεν Αμορ ήταν άλλος ένας άσημος 21χρονος, που ήθελε να γίνει MC. Εμενε στο Σφαξ με τη μητέρα του, που δούλευε σε βιβλιοπωλείο, και τον πατέρα του, που δούλευε στο νοσοκομείο. Φορούσε Stussy με κουκούλα και το καπέλο τού μπέιζμπολ στραβά. Ομως, όσο οι γνωστοί Τυνήσιοι ράπερ -Balti, Lak3y, Armada Bizera, Psyco Μ- κοντράρονταν για το σουξέ, αυτός έγραφε στίχους κατά του καθεστώτος. Με τη μητέρα να του φέρνει ξένα βιβλία από τη δουλειά και τον Τουπάκ Σακούρ για ίνδαλμα, μπορείτε να φανταστείτε γιατί. Αλλά, όπως εξήγησε και ο ίδιος στον Observer, «πριν από την Επανάσταση, ήταν απαγορευμένα τα live και παίζαμε τη μουσική μας στο facebook, δεν είχαμε άλλο τρόπο. Τα μίντια δεν μου μιλούσαν και δεν είχα δισκογραφική».
Η τοπική μουσική σκηνή ήταν στεγανή. Οι ελέκτρο και τέκνο ήχοι ήταν σχετικά ασφαλείς ως ινστρουμένταλ. Το ξένο μέταλ και η ροκ προστατεύονταν, γιατί η Αστυνομία δεν καταλάβαινε τι έλεγαν στα αγγλικά! Οποιος όμως τραγουδούσε στα αραβικά είχε δύο επιλογές: ή ανώδυνη τοπική αραβοπόπ ή μπλεξίματα.
Στις 7 Νοεμβρίου ανέβασε το «Rais Le Bled» στο facebook και μέσα σε ώρες απέδειξε πως με αρκετά «like» ρίχνεις και δικτάτορα. Η απλή και καθαρή δύναμη της ραπ, σε συνδυασμό με στίχους στη δική τους γλώσσα, έκανε το μήνυμά του πανίσχυρο. Πριν απαγορευτεί από τις αρχές, είχε ήδη αναμεταδοθεί από τον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «Tunivision» και το Αλ Τζαζίρα. Ξαφνικά η σελίδα του στο MySpace χάθηκε και το κινητό του κόπηκε, αλλά το κομμάτι ακουγόταν σε όλη τη βόρεια Αφρική. Λίγες βδομάδες μετά εκτόξευσε το κομμάτι του «Tounes Bladna» (Τυνησία, η Χώρα Μας) καθώς η εξέγερση φούσκωνε.
Δύναμη 50 αστυνομικών εμφανίστηκε στο σπίτι του τα ξημερώματα της 5ης Ιανουαρίου για να τον συλλάβουν «με εντολές του ίδιου του προέδρου Μπεν Αλι». Τον οδήγησαν στο κτίριο του υπ. Εσωτερικών, στην Τύνιδα, τον έδεσαν με χειροπέδες σε καρέκλα και τον ανέκριναν επί τρεις μέρες, ρωτώντας τον ξανά και ξανά σε ποιο πολιτικό κόμμα ανήκει. Οταν τον ρώτησαν «δεν ξέρεις πως απαγορεύεται να τραγουδάς τέτοια πράγματα;», απάντησε: «Γιατί; Αφού λέω μόνο την αλήθεια;».
Η κοινωνική κατακραυγή τελικά τον αποφυλάκισε -35.000 υπογραφές μόνο στο facebook. Γύρισε σπίτι θριαμβευτικά, μια βδομάδα πριν το σκάσει ο Μπεν Αλι. Σήμερα ακόμα και οι αστυνομικοί τον αντιμετωπίζουν σαν σελέμπριτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου